Loading

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΗΠΕΙΡΟ Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2018. Το ραντεβού είχε δοθεί στις 09:00 έξω από τα γραφεία του Συλλόγου «Δερόπολη» στο Περιστέρι (Αγίου Παύλου 31). Οι ταξιδιώτες είναι άνθρωποι όλων των ηλικιών, από μαθητές γυμνασίου μέχρι συνταξιούχοι. Όλοι τους με το χαμόγελο στα χείλη επιβιβάστηκαν στο πούλμαν για να αναχωρήσουν με προορισμό ένα μέρος για τους περισσότερους άγνωστο, εκτός από τους Δεροπολίτες της παρέας, οι οποίοι στην ουσία ήταν και οι οδηγοί της ομάδας, λόγω της βορειοηπειρώτικης καταγωγής τους.

Αφού γίνεται η καταμέτρηση από τον πρόεδρο του συλλόγου «Δερόπολη», Οδυσσέα Λιάζο, το ταξίδι ξεκινά. Μας χωρίζουν εκατοντάδες χιλιόμετρα και η διαδρομή είναι πολύωρη όχι όμως βαρετή, χάρη στην εναλλαγή τοπίων που προσφέρει η ομορφιά της ελληνικής φύσης και στο τραγούδι των μελών του συλλόγου «Παραδοσιακοί Δρόμοι», τα οποία με τις φωνές τους ανέβασαν τη διάθεση της ομάδας, με παρακίνηση της προέδρου, της κυρίας Μαργαρίτας Λυμπέρη και του τουμπερλεκιστή της παρέας, Θανάση Λάκκα που έδινε τον ρυθμό. Την ίδια ώρα ο αντιπρόεδρος της Δερόπολης, Κωνσταντίνος Δούλης βιντεοσκοπεί τα πάντα προκειμένου να εμπλουτίσει το ντοκιμαντέρ που ετοιμάζει, ενώ ο πρόεδρος των Μωμόγερων, Κώστας Αλεξανδρίδης, υπηρέτης της παράδοσης εδώ και δεκαετίες έχοντας ταξιδέψει αμέτρητα χιλιόμετρα σε όλον τον κόσμο για να την κρατήσει άσβεστη, απολαμβάνει τη μυσταγωγία που δημιουργεί το ηπειρώτικο μοιρολόι, το οποίο αναφέρεται στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και στους βίαιους εξισλαμισμούς και τις κακουχίες που υπέστη ο Ελληνισμός από τις οθωμανικές πολιτικές στην περιοχή.

Το δρομολόγιο ανοίγει την όρεξη των ταξιδιωτών. Κατάφεραν όμως να την ξεγελάσουν με τον νοστιμότερο τρόπο, με τη βρώση σπιτικής, βορειοηπειρώτικης πίτας που ετοίμασε η κυρία Άννα Τσέρου, η οποία πρωτοστατούσε τραγουδώντας τη «Δεροπολίτισσα», ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδοσιακά πολυφωνικά μοιρολόγια της Βορείας Ηπείρου. Η περιοχή άλλωστε ήταν γνωστή για τις μοιλογίστρες της, τις οποίες χρησιμοποιούσαν οι Οθωμανοί στις κηδείες, επειδή με το κλάμα τους θεωρούσαν, ότι απέδιδαν τις κατάλληλες τιμές στους νεκρούς. Η παράδοση όμως αναφέρει, ότι στο μοιρολόι τους καταριούνταν τους Τούρκους προύχοντες που δεν γνώριζαν τί τραγουδούσαν στα ελληνικά.

Το λεωφορείο περνά την Κόρινθο, τη γέφυρα του Ρίου-Αντιρρίου, Μεσολόγγι, Αγρίνιο, Αμφιλοχία, Άρτα. Έξω από τα Γιάννινα επιβιβάζονται μερικοί ακόμα οδοιποριστές και συνεχίζεται η πορεία για τα σύνορα. Στην Κακαβιά ο έλεγχος είναι αυστηρός, τόσο από την ελληνική όσο και από την αλβανική μεριά. Χωρίς κανένα πρόβλημα μπαίνουμε στη χώρα και σε ένα κομμάτι της αρχαίας Απείρου γης τόσο διαφορετικό αλλά τόσο οικείο λόγω της ελληνικότητάς του.

Το φυσικό τοπίο της Δερόπολης,η οποία κατά την αρχαιότητα υπήρξε αποικία του αρχαιου Δωρικού Ελληνικου φύλου των Δρυόπων, δεν είναι καταπράσινο όπως η εικόνα που έχουμε συνηθίσει από την οροσειρά της Πίνδου. Εκεί τα βουνά είναι μεν απόκρημνα αλλά φαλακρά, λες και δεν θεραπεύτηκαν ποτέ από τις πληγές που άφησε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Χαρακτηριστική άλλωστε είναι η ιστορία για το ύψωμα 731 στο βουνό Τρεμπεσίνα, το οποίο σαρώθηκε στην κυριολεξία! Εξαιτίας των 20 αεροπορικών επιθέσεων των Ιταλών κατά των ελληνικών δυνάμεων μειώθηκε κατά 5 μέτρα και σήμερα αναφέρεται στους χάρτες σαν ύψωμα 726.

Στα αριστερά μας περνάμε έξω από τα χωριά, Βουλιαράτες, Ζερβάτες, Γεωργουτσάτες, Φράστανη, Τεριαχάτες, Βρυσερά, Βάνιστα, Δερβιτσάνη. Στα δεξιά μας είναι πάντα ο ποταμός Δρίνος με την κοίτη του να προϊδεάζει την ορμητικότητα που ζωγραφίζουν τα νερά του στο τοπίο κατά τους χειμερινούς μήνες. Μετά τους Λαζαράτες πλησιάζουμε το Αργυρόκαστρο, όπου η αποστολή έχει σκοπό να καταλύσει για δύο βραδιές.

Στην Πόλη της πέτρας

Μπαίνοντας στο Αργυρόκαστρο η αρχιτεκτονική αισθητική της παλιάς πόλης καθηλώνει τη ματιά του επισκεπτή, ο οποίος, σαν σε ψευδαίσθηση, αισθάνεται, ότι έχει ταξιδέψει αιώνες πίσω και χάνεται ανάμεσα στην ιστορία και τον μύθο! Και μόνο η σύγχυση που δημιουργεί ο θρύλος για την ονομασία της αρκεί για να δώσει μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην αναζήτηση στοιχείων. Η θεωρία λέει, ότι πήρε το όνομά της από την Πριγκίπισα Αργυρώ, την επονομοαζόμενη «Μονοβύζα», όπως οι θρυλικές Αμαζόνες του Πόντου, μυθική μορφή για την οποία έγραψε ο λογοτέχνης Κώστας Κρυστάλλης («ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ»), ο Νίκος Πολίτης («ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ»), ο Ιωάννης Λαμπρίδης («ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ»), καθώς και ο σύγχρονος Αλβανός λογοτέχνης, Ισμαήλ Κανταρέ (ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΠΕΤΡΙΝΗΣ ΠΟΛΗΣ).

Είναι χτισμένη αμφιθεατρικά, στην κοιλάδα ανάμεσα στο Πλατοβούνι και τον ποταμό Δρίνο, σε υψόμετρο 300 μέτρων. Υπήρξε τμήμα του Βυζαντινού Δεσποτάτου της Ηπείρου και αναφέρθηκε για πρώτη φορά με το όνομα Αργυρόκαστρο από τον Αυτοκράτορα, Ιωάννη ΣΤ´ Καντακουζηνό, το 1336.

Περπατώντας στα σοκάκια το βήμα επιταχύνεται παρά το γεγονός, ότι το έδαφος ανηφορίζει. Το βλέμμα θέλει να απαθανατίσει ολοένα και περισσότερες εικόνες από τα παλιά αρχοντικά και όχι μόνο, κτίρια που διασώζονται στην παλιά πόλη, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων χρονολογείται από το 17ο και το 18ο αιώνα. Η κατασκευή των κατοικιών είναι χαρακτηριστική και δείχνει την πολυτέλεια μιας άλλης εποχής που δύσκολα βρίσκει κανείς στη σύγχρονη. Είναι ψηλά και φτιαγμένα από ογκόλιθους με τις στέγες να είναι καλυμμένες με πέτρινες λαξευτές πλάκες, όπως βρίσκουμε σε παραδοσιακά σπίτια στην περιοχή του Πηλίου και στα Ζαγοροχώρια, οι οποίες αναδεικνύουν το ξεχωριστό τοπικό στυλ. Γι'αυτό και η πόλη φέρει το προσωνύμιο "Πόλη της Πέτρας", η οποία ανήκει από το 2005 στα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Τα μικρά μαγαζάκια, τα παλιατζίδικα και τα παλιά καφενειά κυριαρχούν στην περιοχή, τής προσδίδουν μία ιδιαίτερη νότα φιλοξενίας και καλωσορίζουν τον επισκέπτη στη θέα τους. Αυτό όμως που τον κερδίζει ανάμεσα στα χαλιά, στις τοπικές φορεσιές, στα χαϊμαλιά, στα παλιά νομίσματα, στα χάλκινα αντικείμενα και στις ξεθωριασμένες φωτογραφίες είναι το άκουσμα των ελληνικών που καταπραΰνουν κάθε άγχος που δημιουργεί η παραμονή σε μία ξένη και άγνωστη χώρα και κάνουν το μέρος που βρίσκεσαι ακόμα πιο οικείο στις αισθήσεις του. Εξάλλου το Αργυρόκαστρο, μαζί με τους Άγιους Σαράντα, θεωρείται ένα από τα κέντρα της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία και στην πόλη υπάρχει ελληνικό προξενείο με τη γαλανόλευκη να κυματίζει υπερήφανα, όπως απ'άκρη σε άκρη της Βορείας Ηπείρου.

Σαν αετός πάνω στα τείχη

Σήμα κατατεθέν του Αργυροκάστρου είναι το φρούριο, στο οποίο έχουν εφαρμοστεί διάφορες αρχιτεκτονικές μορφές από χρονικές περιόδους προ του 12ου αιώνα. Το κάστρο δεσπόζει στην περιοχή και κεντρίζει το ενδιαφέρον, λόγω της οικοδομικής και ιστορικής του επιβλητικότητας. Ανάμεσα στους έξι πύργους, τα τείχη, τις καμάρες και τα υπόγεια του κάστρου, βρίσκεται και η φυλακή που δημιουργήθηκε από την κυβέρνηση του Ζόγου το 1932, όπου παρέμειναν έγκλειστοι πολιτικοί κρατούμενοι κατά το κομμουνιστικό καθεστώς.

Το πολεμικό μουσείο, το οποίο είναι ανοιχτό στο κοινό, όπως όλο το φρούριο, διαθέτει συναρπαστικά εκθέματα, τα περισσότερα εκ των οποίων προέρχονται από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και τη γερμανική κατοχή. Στις καμάρες του φρουρίου θα ανακαλύψετε κανόνια, όλμους, ενώ στις βιτρίνες θα σας κεντρίσουν το ενδιαφέρον τυφέκια όπως Μάλιχερ, Μάουζερ, Μπρεν και πολλά άλλα, όπως οι εξαρτήσεις και τα κράνη στρατιωτών. Αποκλείεται πάραυτα να μη βγάλετε μία αναμνηστική φωτογραφία μπροστά από το ιταλικό άρμα, το οποίο κατασκευάστηκε από την αυτοβιομηχανία της FIAT και το αεροσκάφος της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας!

Πέρα από τα φονικά όπλα, αυτό που αξίζει κάλλιστα σε αυτήν την επίσκεψη, είναι μερικά λεπτά περισυλλογής στα ακροτείχια του φρουρίου. Η θέα που προσφέρεται είναι μαγική. Προσδίδει στο οπτικό πεδίο του παρατηρητή μία πανοραμικότητα και αίσθηση ότι πετά σαν αετός πάνω από την κοιλάδα του Δρίνου με θέα τα απόκρημνα όρη της Νεμέρτσικας και της Λιντζουριάς (απ' όπου κατάγονται οι εθνικοί ευεργέτες Ζωγράφος, Χρηστάκης, Ζάππας).

Στη γιορτή του τσίπουρου στο Κλεισάρι

Η επίσκεψη στο φρούριο ολοκληρώνεται και ξεκινούν οι προετοιμασίες για το Κλεισάρι, όπου το βράδυ περιμένουν την παρέα στη γνωστή γιορτή του Τσίπουρου. To χωριό είναι ορεινό και φημίζεται για τους μορφωμένους ανθρώπους, τους εκπαιδευτικούς του, αλλά και για τα παραδοσιακά του προϊόντα, ιδιαίτερα τα τυριά και το μοσχοβολιστό ρακί, στο οποίο δεν μπαίνει γλυκάνισος. Η ομάδα φτάνει και ακούει καλωσορίσματα στη ντοπιολαλιά της περιοχής, η οποία αναδεικνύει το έντονο προσοδιακό ηχόχρωμα της βορειοηπειρώτης ελληνικής διαλέκτου.

«Καλώς ήρθατ'ανέ! Πούθε σας έχωμε μω'; Να περάσετε καλά! Κατσείτε δώ'για...»,άκουσαν τα μέλη της παρέας από χείλη φιλόξενα, πριν αρχίσει το γλέντι, το οποίο επενδύθηκε μουσικά από το κλαρίνο του Κωνσταντίνου Βέρδη και τη φωνή του Θοδωρή Ευαγγέλου υπό τη συνοδεία πεντανόστιμων κρεατών μεζέδων και τσίπουρου, με τους ανθρώπους να ενώνουν τα χέρια τους στην πίστα σχηματίζοντας χορούς κυκλωτικούς κι άλλο τόσο ελεύθερους σαν ποταμούς, που λέει και ο Σαββόπουλος για των Ελλήνων τις κοινότητες που φτιάχνουν άλλο γαλαξία.

Σε αρχαία μονοπάτια

Η πρώτη μέρα στη Βόρεια Ήπειρο έχει ολοκληρωθεί ιδανικά, με τις κατάλληλες εικόνες, τα ακούσματα και την απαραίτητη ενέργεια, για να συνεχιστεί την Κυριακή το οδοιπορικό, με επαφή με τις προγονικές ρίζες των Δροπολιτών, οι οποίοι φημίζονται για τη φιλομάθειά τους και για την έφεσή τους στο εμπόριο. Μέχρι το 1940 οι Δροπολίτες κατάφεραν να έχουν υπό τον έλεγχό τους το εμπόριο όλου του αλβανικού κράτους. Ακόμα και σήμερα οι μεγαλύτεροι επιχειρηματίες της Αλβανίας που είναι ταυτόχρονα και από τους μεγαλύτερους επιχειρηματίες των Βαλκανίων είναι Δεροπολίτες. Ένα εξίσου σημαντικό χαρακτηριστικό των Ελλήνων της περιοχής είναι, ότι βαφτίζουν τα παιδιά τους δίνοντας αρχαία ονόματα.

Ξεναγός είναι ο Γιώργος Γκοτζιάς, Βορειοηπειρώτης εκπαιδευτικός, ο οποίος έβαλε την παρέα κατευθείαν στα βαθιά, θέτοντας ως πρώτο προορισμό στον αυτόματο πιλότο της μηχανής του χρόνου, το αρχαίο θέατρο που έχει ανακαλυφθεί στην πόλη, Ανδριανούπολη, της οποίας το όνομα στα βυντινά χρόνια επικράτησε ως Δρυινούπολη.

Είχε στενούς εμπορικούς δεσμούς με την Κέρκυρα και άλλες όμορες πόλεις, όπως η Φοινίκη, ο Αγχιασμός, η Χειμάρρα και άλλες. Μετά την καταστροφή από τους Γότθους μεταφέρφθηκε σε ψηλότερο σημείο, οχυρώθηκε από τον Ιουστινιανό και μετονομάστηκε ως Ιουστιανούπολη, ενώ μετά την κάθοδο των Σλάβων η παράδοση αναφέρει, ότι η πόλη εγκαταλείφθηκε και δημιουργήθηκαν τα γύρω χωριά.

Το θέατρο χτίστηκε κατά τον 3ο αιώνα μ.Χ.και διαθέτει φοβερή ακουστική. Η παρουσία του στην περιοχή φανερώνει την πολιτιστική ακμή της πόλης και το επίπεδο των κατοίκων που είχαν επαφή με την αρχαία τραγωδία, από την οποία φαίνεται πως έχει επηρεαστεί η σύγχρονη ομιλία των ανθρώπων που είναι τραγουδιστή.

Στα Βρυσερά, εμπορικό κέντρο που δημιουργήθηκε από τα γύρω ελληνικά χωριά, γίνεται σύντομη στάση, όπου η ομάδα χορεύει το χορό της Δροπολίτισσας που όπως αναφέρθηκε και παραπάνω είναι σήμα κατατεθέν της περιοχής και αφορά την αντίσταση και τα προνόμια που είχαν οι Δροπολίτες κατά την Τουρκοκρατία, εποχή κατά την οποία, πληρώνοντας φόρους, κράτησαν ανοιχτές τις εκκλησιές τους και λάτρευαν ελεύθερα τον Θεό.

Η Κοίμηση της Θεοτόκου θυμίζει Πόντο

Εξάλλου, όλη η κοιλάδα του Δρίνου έχει πάνω από 10 μοναστήρια τα οποία εκείνη την περίοδο στήριζαν τον υπόδουλο λαό και συντηρούσαν τα σχολεία. Η πρώτη επίσκεψη γίνεται στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου η ύπαρξη της οποίας ανάγεται από τον 11ο αιώνα. Δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του Δεσποτάτου της Ηπείρου, το οποίο μαζί με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας και την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ήταν η νόμιμη ελληνική συνέχεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Εξάλλου η παράδοση αναφέρει, ότι πολλά μοναστήρια ιδρύθηκαν κατά την περίοδο των Κομνηνών (ωστόσο πολλά από αυτά χτίστηκαν ξανά σε μεταγενεστέρες περιόδους). Δεν είναι τυχαίο, ότι ο ρυθμός του ναού και οι αγιογραφίες θυμίζουν αντίστοιχες εκκλησίες στην περιοχή του Πόντου, όπως ο Άγιος Ευγένιος Τραπεζούντος.

Μπαίνοντας μέσα στον Ναό, ο προσκυνητής αναγκάζεται να σκύψει για να διαβεί τη στενή του θύρα, η οποία είναι κτισμέμνη έτσι, ώστε να μην μπαίνουν οι Τούρκοι με τα άλογα μέσα και να αναγκάζονται, να αφιππεύουν και να σκύβουν το κεφάλι τους, πριν μπούνε στο ιερό μέρος. Το σκαλιστό του τέμπλο λείπει, καθώς εκλάπη κατά την δεκαετία του '90. Η ομάδα ακούει με προσοχή τα λόγια του οδηγού, Γιώργου Γκοτζιά, ο οποίος στέκεται σε δύο σπάνιες αγιογραφίες. Η πρώτη αφορά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, τον οποίο εμφανίζει να κηρύττει στον λαό της Κωνσταντινούπολης με τον λόγο του να παρομοιάζεται με ποταμό ζώντος ύδατος. Η δεύτερη που βρίσκεται στον πρόναο αναφέρεται στην ημέρα της κρίσης, για την οποία το περιβάλλον της εκκλησίας, έτσι και αλλιώς έχει προετοιμάσει εσωτερικά τον προσκυνητή, πριν εισέλθει.

Γιατί έξω από τον Ναό υπάρχει κοιμητήριο! Το βλέμμα πέφτει σε ένα ιδιαίτερο στοιχείο που παρουσιάζουν οι φωτογραφίες των νεκρών γυναικών. Φορούν ένα λευκό μαντήλι, με το οποίο δένουν όλο το κεφάλι. «Παραπέμπει σε αρχαία ελληνικά πρότυπα ενδυμασίας. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν γιαγιάδες που το φορούν. Στην Άνω Δερόπολη φορούν και σε μαύρο χρώμα», διευκρινίζει ο ξεναγός.

Η συνέχεια βρίσκει την ομάδα στην Άνω Επισκοπή της Ρίζας, στη Δερόπολη, στα ερείπια της Ιουστιανούπολης. Από την Κοίμηση αυτή τη φορά επισκέπτεται τον Ιερό Ναό της Γεννήσεως της Θεοτόκου, ο οποίος ανάγεται από τον 9ο αιώνα και για να χτιστεί χρησιμοποιήθηκαν οικοδομικά υλικά από τα ερείπια της πόλης.

Η θέα είναι μαγευτική. Από εκείνο το σημείο φαίνονται οι τεχνητές λίμνες που χρησιμοποιούνται στο αρδευτικό σύστημα και κατασκευάστηκαν από το κομμουνιστικό καθεστώς, το οποίο είχε ποντάρει στην ανάπτυξη της γεωργίας λόγω της ευφορίας του κάμπου.

Η ώρα έχει περάσει αρκετά. Είναι μεσημέρι και η όρεξη έχει ανοίξει. Γι'αυτό, το λεωφορείο χαράσσει πορεία για τους Γεωργουτσάτες, το κέντρο της σύγχρονης Δερόπολης, όπου η ομάδα γευμάτισε πριν τον τελευταίο προορισμό της ημέρας. Η αποστολή απόλαυσε κρέατα παραγωγής του Στέφανου Γιοβάννη, στον οποίο ανήκει η ταβέρνα και φυσικά ντόπιες, χειροποίητες, παραδοσιακές πίτες. Γιατί αν ταξιδέψει κανείς στη Βόρεια Ήπειρο και δεν δοκιμάσει πίτα είναι σαν να πάει στην Ιταλία και δεν δοκιμάσει αυθεντική πίτσα.

Η καρδιά της πατρίδας χτυπά πιο δυνατά εκτός ελληνικών συνόρων

Και αφού οι μπαταρίες έχουν γεμίσει, το απόγευμα βρίσκει το σύνολο στη Δερβιτσάνη, η οποία θεωρείται ο προμαχώνας του ελληνισμού σε όλη την περιοχή, το κέντρο της εθνικής, ελληνικής μειονότητας σε όλη την Αλβανία. Πριν ακόμα στρίψει το λεωφορείο για να μπει στο χωριό, ο ταξιδευτής βλέπει γαλανόλευκες να κυματίζουν. Είναι παραμονή της 28ης Οκτωβρίου και το μέρος έχει φορέσει για τα καλά την εθνική του υπερηφάνεια. Αυτή διατήρησε συγκλονιστικές ιστορίες, στο άκουσμα των οποίων δεν γίνεται κανείς να μην ανατριχιάσει.

Στις 8 Δεκεμβρίου 1940, ο ελληνικός στρατός πλησιάζει τη Δερβιτσάνη. Οι νέοι τον υποδέχτηκαν κρατώντας γαλανόλευκες σημαίες και ψάλλοντας το Χριστός Ανέστη. Η παράδοση αναφέρει ότι οι γυναίκες ξάπλωσαν στην είσοδο του χωριού και δεν άφησαν τους οπλίτες να περάσουν, αν δεν πατήσουν πρώτα επάνω τους. Ήταν μία κίνηση συμβολική. Ήθελαν να νιώσουν πρώτα πάνω τους την ελευθερία και μετά να μπούνε οι στρατιώτες στο χωριό, στο κέντρο του οποίου δεσπόζει ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου, ο οποίος ξαναχτίστηκε το 1870 με τη συμβολή όλων των κατοικών, ιδιαίτερα των γυναικών που συναγωνίζονταν ποια θα μεταφέρει τη μεγαλύτερη πέτρα από τα μακρινά λατομεία (η περιοχή εξάγει πέτρα). Αξίζει να σημειωθεί, ότι το χωριό φημίζεται για τους ζωγράφους-αγιογράφους του, εκπαιδευτικούς και συγγραφείς του, ενώ στην κεντρική πλατεία υπάρχει μνημείο αφιερωμένο σε όλους τους αγωνιστές του ελληνικού έθνους.

Στην επικοινωνία με τους κατοίκους άλλοι εκφράζουν τον προβληματισμό τους για την εγκατάλειψη που παρουσιάζει η Βόρεια Ήπειρος και άλλοι μία ανησυχία για τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής. Όπως η κυρία Μελπωμένη, μία γιαγιά που παρατηρώντας τις νεαρές ηλικίες που υπήρχαν ανάμεσα στην παρέα δεν δίστασε να δώσει τη συμβουλή «να μη χωρίζουν τα ζευγάρια», θίγοντας το ζήτημα των διαζυγίων.

Στο πνευματικό κέντρο συγκίνηση καταλαμβάνει την ομάδα. Οι μαθητές της Δερβίτσανης παρουσιάζουν γιορτή για την εθνική επέτειο. Εκεί συνειδητοποιεί κανείς στον μέγιστο βαθμό, αυτό που αναρτήθηκε και στην επίσημη σελίδα των Μωμόγερων στο Facebook, ότι «...η καρδιά της πατρίδας χτυπά πιο δυνατά εκτός ελλαδικών συνόρων».

Οι Έλληνες της περιοχής αισθάνονται ξεχωριστοί και παρά τα προβλήματα δηλώνουν, ότι θα συνεχίσουν να κρατούν ψηλά το ελληνικό φρόνημα. «Νιώθουμε υπερήφανοι που είμαστε Έλληνες και είμαστε διαφορετικοί», αναφέρει ο Γιάννης, μαθητής από τη Βάνιστα που ήρθε για να χορέψει στην εκδήλωση, στην οποία υπήρχε αναρτημένο πανό που ανέγραφε «Γλώσσα μητρική, γλώσσα ελληνική» και ήταν εμπνευσμένο από γνωστή επιγραφή που έφτιαξαν οι προύχοντες του χωριού.

Κίνηση με σημαντικό συμβολισμό

Η νύχτα φεύγει και ξημερώνει η μέρα της εθνικής επετείου. Πλήθος κόσμου έχει συγκεντρωθεί στο στρατιωτικό κοιμητήριο, στους Βουλιαράτες. Του μνημοσύνου των πεσόντων ακολουθεί η κατάθεση στεφανιών. Η στιγμή είναι ιερή και πολύ ιδιαίτερη.

Και αυτό γιατί για πρώτη φορά ποντιακός σύλλογος κατέθεσε επίσημα στεφάνι τιμώντας τη μνήμη των Ελλήνων ηρώων του '40, εκ των οποίων πολλοί ήταν ποντιακής καταγωγής. Μάλιστα η ηρωική παρουσία των Ποντίων στον πόλεμο του '40 υπήρξε ένας από τους καταλυτικότερους παράγοντες που οδήγησαν στη μείωση των συγκρούσεων και των προκαταλήψεων που υπήρχαν στην Ελλάδα ανάμεσα στους πρόσφυγες και στους γηγενείς, δύο δεκαετίες μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών. Συνεπώς, η κίνηση του προέδρου του Ελληνικού Σωματείου Διάσωσης και Διάδοσης της Πολιτιστικής μας Κληρονομιάς «οι Μωμόγεροι», Κώστα Αλεξανδρίδη, απέκτησε σημαντικότατο συμβολισμό.

Με την ίδια συναισθηματική φόρτιση η ομάδα αποχώρησε από το στρατιωτικό κοιμητήριο και επισκέφτηκε αυτό του χωριού, που βρίσκεται διακόσια μέτρα παραπάνω, για να ανάψει ένα κερί στη μνήμη του Κωνσταντίνου Κατσίφα.

Η ώρα του αποχαιρετισμού έχει φτάσει! Με το δεύτερο πέρασμα της Κακαβιάς αφήνουμε πίσω μας τη Βόρεια Ήπειρο των ηρώων του '40 και αυτών που συνεχίζουν να διατηρούν άσβεστο τον ελληνικό πολιτισμό, ήθη, έθιμα και παραδόσεις. Μετά από ένα τριήμερο έντονα φορτισμένο συναισθηματικά, είναι φυσικό να έχει κυριεύσει μία γλυκιά νοσταλγία την ομάδα, που δέχτηκε τη φιλοξενία των Δροπολιτών.

Σαν του λεωφορείου τους τροχούς ο χρόνος κυλά και ο νους στο ταξίδι της επιστροφής προς την Αθήνα συλλαμβάνει πολλά. Το θυμικό αναπαράγει τους βουκολικούς ήχους του κλαρίνου και στα αφτιά έρχονται τα μελαγχολικά λόγια του τραγουδιού που δείχνουν στον μέγιστο βαθμό το πως αισθάνεται ένας Βορειοηπειρώτης τόσο στη φυσική του πατρίδα και όσο στην Ελλάδα:

ΜΙΑ ΖΩΗ ΞΕΝΗΤΕΜΕΝΟΣ ΜΕΣ ΤΟΥΣ ΞΕΝΟΥΣ ΕΝΑΣ ΞΕΝΟΣ ΚΡΥΒΩ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΑΗΜΟ ΜΟΥ ΤΟ ΠΙΚΡΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΜΟΥ
Created By
Χρήστος Κωνσταντινίδης
Appreciate

Credits:

Χρήστος Κωνταντινίδης