Τα προσχέδια της διχοτόμησης ΜΙΑ «ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ» ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ CIA ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ (1964) ◈ ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

«Η γεωγραφία χρησιμεύει κατ’ αρχάς για να κάνουμε πόλεμο» - Ιβ Λακόστ (Γάλλος γεωγράφος)

Αν στη συλλογική συνείδηση η κυπριακή τραγωδία του 1974 σχετίζεται -σωστά- κυρίως με το «εθνικιστικό» πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 κατά του Μακαρίου, που άνοιξε την πόρτα στα στρατεύματα του «Αττίλα», οι προϋποθέσεις της διχοτόμησης είχαν τεθεί μια δεκαετία νωρίτερα.

Αναφερόμαστε στη μονομερή απόφαση της ελληνοκυπριακής ηγεσίας για αναθεώρηση του κυπριακού Συντάγματος σε βάρος των θεσμικών εγγυήσεων που απολάμβαναν οι Τουρκοκύπριοι (30/11/1963) και στις διακοινοτικές συγκρούσεις που ακολούθησαν (21/12/1963), με αποτέλεσμα τη χάραξη της πρώτης «Πράσινης Γραμμής» διαχωρισμού των δύο κοινοτήτων (30/12/1963).

Οπως έχουμε εξηγήσει παλιότερα από τις στήλες του «Ιού» (περ. «Εψιλον», 26/12/1999), με βάση αρχεία που έχουν μεν δημοσιευτεί από τη δεκαετία ήδη του 1980 αλλά το περιεχόμενό τους παραμένει ουσιαστικά άγνωστο στο ευρύ κοινό, η πρώτη αυτή κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας προσχεδιάστηκε όχι μόνο από τους Ελληνοκύπριους εθνικιστές αλλά και από το βαθύ κράτος της Αθήνας, με ειδική μελέτη του ελληνικού ΓΕΕΘΑ (6/12/1963).

Η τελευταία προέβλεπε ρητά την πρόκληση εξέγερσης των Τουρκοκυπρίων και την παραδειγματική καταστολή της, ως το πρώτο βήμα για την πολυπόθητη Ενωση του νησιού με την Ελλάδα· προεξοφλώντας δε (με αναλύσεις επιπέδου καφενείου) ότι «σύμπασα η διεθνής κοινότητα θα επέμβει ενεργά υπέρ των ελληνικών θέσεων», κατέληγε στο μοιραίο συμπέρασμα ότι «συμφέρει όπως εις την Κύπρον λάβουν χώραν γεγονότα».

Οι Τουρκοκύπριοι εθνικιστές και το τουρκικό βαθύ κράτος απλώς περίμεναν την έμπρακτη εκδήλωση του ελληνικού κι ελληνοκυπριακού τυχοδιωκτισμού για να απαντήσουν θέτοντας σε λειτουργία τον δικό τους, διχοτομικό σχεδιασμό.

Συμπληρώνοντας την παραπάνω εικόνα, παρουσιάζουμε σήμερα ένα εξίσου εύγλωττο ντοκουμέντο της ίδιας εποχής: μια «γεωγραφική» μελέτη της CIA σχετικά με τα υπέρ και τα κατά διαφόρων σχεδίων διχοτόμησης του νησιού ή διαχωρισμού των δύο κοινοτήτων του με ευρύτερες ανταλλαγές πληθυσμού κι εδαφών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Αποχαρακτηρισμένη το 2012, αναρτήθηκε φέτος στον επίσημο ιστότοπο της υπηρεσίας, σε εφαρμογή της γνωστής δικαστικής απόφασης για την ελεύθερη πρόσβαση του κοινού σε 930.000 έγγραφά της.

Σενάρια ήπιας εθνοκάθαρσης

Η πρώτη σελίδα της μελέτης της CIA/ cia.gov

Συνταγμένη τον Ιούνιο του 1964, σε μια φάση κατά την οποία παρόμοια σενάρια εξετάζονταν αναλυτικά μεταξύ των ενδιαφερόμενων κυβερνήσεων των ΗΠΑ και της Βρετανίας, η έκθεση εξετάζει επτά διαφορετικά σχέδια: τέσσερις εκδοχές διχοτόμησης του νησιού (με ή χωρίς «διπλή ένωση» με τα αντίστοιχα εθνικά κέντρα), την περίπτωση μεταφοράς των Τουρκοκυπρίων στην Τουρκία με οικονομική αποζημίωση της τελευταίας και το ενδεχόμενο «ανταλλαγής» της Κύπρου με κάποια νησιά του Αιγαίου ή μέρος (τουλάχιστον) της ελληνικής Θράκης.

Ο πρόλογος της μελέτης ξεκαθαρίζει ευθύς εξαρχής ότι αυτή «δεν αποτιμά την πιθανότητα διαχωρισμού αυτή καθεαυτή, ούτε εισηγείται να βασιστεί ο διαχωρισμός των κυπριακών πληθυσμών, αν αυτός επέλθη, αποκλειστικά και μόνο σε γεωγραφικά, κοινωνιολογικά και οικονομικά δεδομένα» (σ. ii).

Οι επόμενες πέντε σειρές, που κατά πάσα πιθανότητα εξηγούσαν περαιτέρω αυτό τον υπηρεσιακό συλλογισμό, παραμένουν απόρρητες.

Παρά τις προσεκτικές διατυπώσεις τους, οι γεωγράφοι της CIA δεν κρύβουν την υποστήριξή τους προς το δικό τους πνευματικό τέκνο: τα «περισσότερο ορθολογικά» σενάρια 3 και 4, για την οριοθέτηση των μελλοντικών ζωνών με σκοπό την οικονομική βιωσιμότητα των μελλοντικών οντοτήτων.

Εξίσου ευδιάκριτη είναι η αρνητική στάση τους απέναντι τόσο στις λύσεις που προωθούσαν οι Τουρκοκύπριοι (και επέβαλε τελικά ο «Αττίλας») όσο και στις προτάσεις της αγγλοσαξονικής διπλωματίας για ελληνοτουρκική ανταλλαγή της Κύπρου με κάποιο τμήμα της ελλαδικής επικράτειας.

Οι σχετικές εισηγήσεις αποδομούνται προσεκτικά, στη βάση της αριθμητικής και κοινωνικής αναντιστοιχίας των εκατέρωθεν «ανταλλαγμάτων» -και, διακριτικότερα, με το ηθικό επιχείρημα ότι σε μια τέτοια περίπτωση «θα διαταραχθούν οι ζωές» όχι μόνο των Κυπρίων αλλά και των κατοίκων «αυτών των Ελληνικών χωρών, που τώρα είναι αθώοι παρατηρητές» (σ. 1).

Προτιμότερη θεωρούν, αντίθετα, την προσφυγή σε κάποιες άλλες δοκιμασμένες μεθόδους ήπιας και συναινετικής εθνοκάθαρσης: την ενθάρρυνση, λ.χ., της εθελοντικής μετανάστευσης Τουρκοκυπρίων στην Αυστραλία ή στον Καναδά (σ. 1 & 4).

Οι συντάκτες της έκθεσης δεν παραλείπουν, τέλος, να προειδοποιήσουν για τα εγγενή προβλήματα όλων αυτών των σχεδιασμών:

«Καμιά απολύτως επιτεύξιμη ρύθμιση δεν θα ήταν απολύτως ικανοποιητική. Η αναδιανομή δε τόσων χιλιάδων ατόμων θα δημιουργούσε αναπόφευκτα μείζονα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, που θα έπαιρναν πολύ χρόνο για να επιλυθούν. Επιπλέον, είναι βέβαιο ότι τα βαθιά συναισθήματα και πολιτικά αισθήματα που συνδέονται με την Κύπρο δεν θα επέτρεπαν τη διαχείριση των προβλημάτων της με βάση αποκλειστικά και μόνο τη γεωγραφία, την κοινωνιολογία και την οικονομία» (σ.1).

Προτάσεις και διαβουλεύσεις

Για να γίνουν κατανοητοί οι παραπάνω σχεδιασμοί, πρέπει επίσης να ενταχθούν στο ιστορικό τους πλαίσιο.

Υπενθυμίζουμε τις σχετικές προτάσεις που κυκλοφορούσαν εκείνο τον καιρό, όχι μόνο στις παρασκηνιακές διπλωματικές διαβουλεύσεις αλλά και στη δημόσια σφαίρα:

◾ Στις 26/12/1963 ο Μακάριος δέχεται βρετανική πρόταση για διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων της κυπριακής πρωτεύουσας και στις 30/12 χαράσσεται η πρώτη Πράσινη Γραμμή.

◾ Στις 5-7/1/1964 ο Βρετανός ιστορικός Αρνολντ Τόινμπι δημοσιεύει σε διάφορες εφημερίδες της υφηλίου, μέσω της Υπηρεσίας Αλλοδαπών Ειδήσεων του λονδρέζικου Observer, πρόταση οριστικής επίλυσης του Κυπριακού διά της ανταλλαγής της Κύπρου με τη Δυτική Θράκη -όπου, υποστηρίζει (λανθασμένα), «ο πληθυσμός είναι κατά κύριο λόγο [preponderantly] τουρκικός, όπως ο πληθυσμός της Κύπρου είναι κατά κύριο λόγο ελληνικός».

◾ Στις 13/5/1964 η Ομάδα Σχεδιασμού του βρετανικού Φόρεϊν Οφις επεξεργάζεται διάφορα σχέδια ανταλλαγής της Κύπρου με κάποια νησιά του Αιγαίου (που αποκλείεται, λόγω της «μεγάλης συναισθηματικής αξίας τους» για τους Ελληνες) ή με τμήμα της Θράκης (που θεωρείται υλοποιήσιμη, μολονότι η γεωγραφική θέση τής εκεί μειονότητας θα επέβαλλε υπερβολικά μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών). Σε κάθε περίπτωση, εκτιμάται ότι παρόμοια σενάρια θα πρέπει να εξεταστούν μόνο σε περίπτωση αποτυχίας όλων των άλλων εναλλακτικών λύσεων (Σωτήρης Ριζάς, «Ενωση - Διχοτόμηση - Ανεξαρτησία», Αθήνα 2000, σ. 93-4).

◾ Στις 18/5/1964 ο βοηθός υφυπουργός Εξωτερικών (και λίγο αργότερα πρεσβευτής στην Αθήνα) των ΗΠΑ, Φίλιπς Τάλμποτ, υποβάλλει ανάλογη μελέτη στον προϊστάμενό του υφυπουργό Τζορτζ Μπολ. Σε αντίθεση με τους Βρετανούς, αποκλείει οποιαδήποτε μετακίνηση συνόρων στη Θράκη (για λόγους οικονομικούς και ασφάλειας της Δύσης απέναντι στον σοβιετικό «κίνδυνο») ή στα Δωδεκάνησα (για οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους), βλέπει όμως με αρκετά θετικό μάτι την ελληνοτουρκική ανταλλαγή με τη Χίο ή/και τη Σάμο (όπ.π., σ. 95-6).

◾ Στις 8/6/1964 ακολούθησε συνάντηση του Μπολ στο Λονδίνο με τους Βρετανούς υπουργούς Εξωτερικών (Μπάτλερ) και Κοινοπολιτείας (Σάντις). Συμφώνησαν πως η διατήρηση μιας ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας δεν εξυπηρετούσε τα δυτικά συμφέροντα και χρειαζόταν μια «θεμελιώδης λύση», όπως η Ενωση με την Ελλάδα, που θα υποβάθμιζε τον Μακάριο και θα ενέτασσε το νησί στο ΝΑΤΟ, καθώς και ότι για κάτι τέτοιο απαιτούνταν εδαφικά ανταλλάγματα προς την Τουρκία. Διαφώνησαν όμως για το περιεχόμενο αυτών των τελευταίων, με τους Βρετανούς να προτιμούν τη Θράκη και τους Αμερικανούς κάποια νησιά (όπ.π., σ. 106). Κι αυτός ο σχεδιασμός έμεινε τελικά στα χαρτιά -κυρίως επειδή οι πάντες αντιλαμβάνονταν πόσο δύσκολο ήταν να επιβληθεί κάτι τέτοιο στους άμεσα ενδιαφερόμενους, δίχως τον κίνδυνο μιας γενικότερης περιφερειακής αποσταθεροποίησης. Από τα εν δυνάμει ελληνικά «ανταλλάγματα», μόνο το Καστελόριζο προτάθηκε τελικά από τον Γεώργιο Παπανδρέου, τον Ιούλιο του 1964, ως αντίτιμο για τη Μεγαλόνησο. Δίχως, φυσικά, ανταπόκριση από την τουρκική πλευρά.

Τελική κατάληξη αυτών των βολιδοσκοπήσεων υπήρξαν, ως γνωστόν, τα δύο διαδοχικά «σχέδια Ατσεσον» για την επιβολή της «διπλής ένωσης», με παραχώρηση στην Τουρκία ενός μέρους (ή και ολόκληρης) της χερσονήσου της Καρπασίας. Το δεύτερο σχέδιο (20/8/1964) έγινε αρχικά δεκτό από τον Γεώργιο Παπανδρέου (21/8/1964), που υπαναχώρησε όμως μέσα σ’ ένα εικοσιτετράωρο υποκύπτοντας στην κατηγορηματική άρνηση του Μακαρίου (22/8/1964)· τις επόμενες μέρες το απέρριψε, εξίσου κατηγορηματικά, και η Αγκυρα. Αποχαιρετώντας την ελληνική αντιπροσωπεία το πρωί της 22ας Αυγούστου 1964, ο Ατσεσον της παρείχε «ως ιδιώτης» τη συμβουλή να αναλάβει η ελληνική κυβέρνηση τον στρατιωτικό έλεγχο του νησιού, ώστε να επιβάλει κατόπιν την ένωση «επισήμως, δίχως να χρειασθή προγενεστέρα συνεννόησις μετά των Τούρκων και παρά την αντίδρασιν του Αρχιεπισκόπου» (Μακάριος Δρουσιώτης, «Η πρώτη διχοτόμηση», Λευκωσία 2005, σ. 340).

Μολονότι προβληματίστηκε αρκετά, ο Γέρος της Δημοκρατίας αποδείχτηκε τελικά αρκετά ευφυής ώστε ν’ αποφύγει την πεπονόφλουδα αυτών των ανεπίσημων υποδείξεων. Δέκα χρόνια αργότερα, ο «εθνικιστής» ταξίαρχος Ιωαννίδης και η ηγεσία των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων δεν διέθεταν παρόμοια ανακλαστικά.

«Το σχέδιο αυτό», διευκρινίζει η μελέτη της CIA, «ήταν η αρχική τουρκοκυπριακή πρόταση προς τους Βρετανούς στο Λονδίνο, στα τέλη Ιανουαρίου 1964. Βάσει των υφιστάμενων πληθυσμιακών συγκεντρώσεων, σκιαγραφεί χωριστές και ασύνδετες μεταξύ τους περιοχές που θα μπορούσαν να θεωρηθούν τουρκικά καντόνια» (σ. 10).

«Δίχως ακριβέστερη πληροφόρηση για τη χωροθέτηση των συνόρων», η έκθεση της CIA θεωρεί «πολύ δύσκολη» οποιαδήποτε εκτίμηση για τη σύνθεση του πληθυσμού αυτών των καντονιών, αλλά και για τα αριθμητικά μεγέθη των κατοίκων που θα πρέπει να μετακινηθούν εκατέρωθεν, προκειμένου να σχηματιστούν εθνικά ομοιογενείς περιοχές.

Επισημαίνει ότι «τα προτεινόμενα σύνορα φαίνεται να έχουν χαραχθεί προσεκτικά σε ορισμένες περιπτώσεις, τίθεται όμως ερώτημα αν οι γραμμές [διαχωρισμού] σε άλλα μέρη βασίζονται σε υποθέσεις ή υπολογισμούς» (σ. 10).

Ιδιαίτερα κρίσιμο θεωρείται το ερώτημα «πού θα χαραχθούν τα σύνορα στο εσωτερικό των αστικών και ημιαστικών περιοχών της Λευκωσίας, της Αμμοχώστου και της Λάρνακας».

Ο αριθμός των προσώπων που έπρεπε σύμφωνα μ’ αυτό το σενάριο ν’ αλλάξουν κατοικία εκτιμάται χοντρικά μεταξύ 80.000 («αν δεν μετακινηθούν αστικοί πληθυσμοί») κι 198.000 («αν συμπεριληφθούν αστικές μετακινήσεις»).

Ως θετικό στοιχείο του σεναρίου, η έκθεση αναφέρει τη σαφώς μικρότερη έκταση πληθυσμιακών μετακινήσεων στην ύπαιθρο, σε σχέση με τα υπόλοιπα.

Στην τελική αποτίμηση κυριαρχούν όμως τα αρνητικά (από την οπτική γωνία, πάντα της υπηρεσίας) -κυρίως ο ανολοκλήρωτος χαρακτήρας του εθνικού διαχωρισμού:

«Αδυναμίες

1. Το σχέδιο είναι πολύ δύσκολο να διευθετηθεί πολιτικά. Οι Τουρκοκύπριοι μπορεί να το συνειδητοποίησαν, στο βαθμό που απέσυραν την πρόταση μία μέρα μετά την υποβολή της.

2. Διασκορπισμένοι θύλακες συμπαγούς τουρκοκυπριακού πληθυσμού εν μέσω Ελληνοκυπριακού πληθυσμού θα διαιώνιζαν ενδεχομένως τις παρούσες δυσχέρειες. Θα δημιουργούνταν επιπλέον δυσχέρειες, όπως το πρόβλημα της μετακίνησης Τουρκοκυπρίων μεταξύ των θυλάκων μέσω ελληνικού εδάφους» (σ. 11).

Μπορεί σήμερα ο εθνικός διαχωρισμός να θεωρείται περίπου έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, εκείνα όμως τα χρόνια εκλαμβανόταν σαν το απαύγασμα μιας ρεαλιστικής ειρηνευτικής διαδικασίας -μέτρο επίπονο μεν, πλην αποτελεσματικό. Εξού και τα «ημίμετρα» αντιμετωπίζονταν με τον ανάλογο υπηρεσιακό σκεπτικισμό.

Πρόκειται για το σενάριο που τελικά εφαρμόστηκε δέκα χρόνια αργότερα -σε ακόμη μεγαλύτερη μάλιστα έκταση, όσον αφορά το τουρκοκυπριακό κομμάτι. Οι δύο πρώτες σειρές του σχετικού κεφαλαίου παραμένουν απόρρητες· από τα συμφραζόμενα εικάζουμε πως αφορούσαν είτε την πατρότητα της πρότασης είτε την αποδοχή της από την υπηρεσία (σ. 12).

Σε άλλο σημείο της έκθεσης πληροφορούμαστε, πάντως, ότι και αυτή τη λύση την «πρότειναν οι Τουρκοκύπριοι» (σ. 15).

Το αποχαρακτηρισμένο κείμενο διευκρινίζει ότι το Σενάριο 2 «παραγκωνίζει» το προηγούμενο (σ. 12) και προχωρά σε λεπτομερή υπολογισμό των πληθυσμιακών μετακινήσεων και των μεταβολών στη γαιοκτησία που θ’ απαιτούνταν για την τυχόν εφαρμογή του:

● Θ’ αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους τουλάχιστον 154.259 Κύπριοι - 91.012 Ελληνοκύπριοι (εκ των οποίων οι 2.371 αστοί) και 63.247 Τουρκοκύπριοι (οι 19.145 αστοί), στους οποίους θα πρέπει ενδεχομένως να προστεθεί ένας ακόμη αριθμός Τουρκοκυπρίων από τη Λευκωσία και τα προάστιά της.

● Από τα 936.827 κυπριακά στρέμματα καλλιεργούμενης γης του μελλοντικού τουρκοκυπριακού τομέα, τα 740.408 (δηλαδή το 79%) αποτελούν Ελληνοκυπριακές ιδιοκτησίες και θα πρέπει ν’ αλλάξουν χέρια.

Ως βασικό πλεονέκτημα της εν λόγω λύσης, η έκθεση καταγράφει το γεγονός πως «η τουρκική περιοχή θα βρίσκεται όσο το δυνατόν εγγύτερα στην καθαυτό Τουρκία» (σ. 13).

Πιο σημαντικά θεωρεί, ωστόσο, τα μειονεκτήματά της:

(1) «Παρέχει ανεπαρκή στέγαση για τους Τουρκοκυπρίους αστούς».

(2) «Δεν είναι δίκαιη», αφού «οι Τουρκοκύπριοι αυξάνουν τις περιουσίες τους από 652.000 [κυπριακά] στρέμματα σε 936.000 στρέμματα κι ενδεχομένως αποκτούν περισσότερη αρδευόμενη γη απ’ ό,τι κατέχουν τώρα».

(3) «Η τουρκοκυπριακή περιοχή δεν έχει σχεδόν καθόλου αναπτυγμένους ορυκτούς πόρους», και

(4) «Τα σύνορα χαράσσονται δίχως να ληφθεί υπόψη η μορφολογία του τοπίου».

Πρόκειται για ένα σχέδιο «υποθετικού διαχωρισμού των δυο πληθυσμών σε δυο περιοχές με βάση την υδροκριτική γραμμή» (δηλαδή τη νοητή γραμμή που συνδέει τα ψηλότερα σημεία διαχωρίζοντας τη ροή των όμβριων υδάτων) και συνυπολογισμό «της κατανομής του πληθυσμού (σύμφωνα με την απογραφή του 1961), των ορυκτών και των υδάτινων πόρων» (σ. 14).

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των συντακτών της έκθεσης, που το επεξεργάστηκαν και δεν κρύβουν την προτίμησή τους γι’ αυτό, η υλοποίησή του προϋπέθετε τη μετακίνηση 73.521 Ελληνοκυπρίων (οι 6.214 αστοί) και 81.099 Τουρκοκυπρίων, κατά το ήμισυ σχεδόν (39.119) αστών.

Οι ελληνοκυπριακές περιουσίες που θα άλλαζαν χέρια ήταν επίσης αισθητά μικρότερες απ’ ό,τι στο προηγούμενο σενάριο: 570.967 κυπριακά στρέμματα.

Τα υπέρ και τα κατά του σχεδίου, όπως περιγράφονται στην έκθεση:

«Θετικά:

(1) Οριοθέτηση βάσει της υδροκριτικής γραμμής και προσδιορισμός μονάδων που μπορούν να διοικηθούν εύκολα. Αυτό το σύνορο επιτρέπει σχετικά εύκολο έλεγχο των υδάτινων πηγών (για οικιακή ή βιομηχανική χρήση και άρδευση). Καθώς ακολουθεί την υδροκριτική γραμμή, το σύνορο περνά συνήθως από αραιοκατοικημένες περιοχές, μειώνοντας έτσι τις ευκαιρίες για συγκρούσεις. Τα σύνορα έχουν επίσης χαραχθεί έτσι ώστε να κατανέμουν δίκαια τον ορυκτό πλούτο του νησιού.

(2) Ο αριθμός των Κυπρίων που πρόκειται να μετακινηθούν είναι ίσος περίπου με την Εναλλακτική Λύση 2, που πρότειναν οι Τουρκοκύπριοι.

(3) Οι ιδιόκτητες γεωκτησίες [755.760 στρέμματα] προσεγγίζουν περισσότερο την ποσότητα της γης που κατέχεται τώρα από τους Τουρκοκυπρίους [652.486 στρέμματα] απ’ ό,τι στην περιοχή που περιλαμβάνεται στην Εναλλακτική Λύση 2.

Αδυναμίες:

(1) Μεγάλος αριθμός αστών Τουρκοκυπρίων θα πρέπει να στεγαστεί σε αγροτικές περιοχές.

(2) Υπάρχουν σχετικά λίγες μεγάλες εκτάσεις που να επαρκούν για καλλιέργεια.

(3) Το μέγεθος της αρδευόμενης γης που θα ήταν διαθέσιμο για τους Τουρκοκυπρίους είναι ενδεχομένως μικρότερο απ’ αυτό που κατέχουν τώρα.

(4) Η τουρκική περιοχή στερείται κατάλληλο λιμάνι» (σ. 15).

Πρόκειται ουσιαστικά για τροποποιημένη εκδοχή του Σεναρίου 3, με σκοπό την αντιμετώπιση ορισμένων από τις «αδυναμίες» του.

Αντί για μία τουρκοκυπριακή περιοχή, προβλέπει δύο διαφορετικές, με κυριότερο στόχο την απορρόφηση του αστικού τουρκοκυπριακού πληθυσμού: «Η ανατολική περιοχή, κοντά στη Λάρνακα», διαβάζουμε, «εφάπτεται με μια βρετανική βάση, όπου μπορεί να βρεθούν δουλειές» (σ. 16).

Παρά τις προσεκτικές υπηρεσιακές διατυπώσεις, είναι προφανές ότι αυτό το σχέδιο συγκέντρωνε την προτίμηση των γεωγράφων της CIA, σαν το πιο βιώσιμο μακροπρόθεσμα.

Ο αριθμός των Ελληνοκυπρίων που θα έπρεπε να μετακινηθούν ήταν λίγο μικρότερος (70.486), ενώ των Τουρκοκυπρίων ελαφρά μεγαλύτερος (83.762), θα περιλάμβανε όμως λιγότερους αστούς (35.061).

Ελαφρώς μεγαλύτερη θα ήταν και η συνολική έκταση των ελληνοκυπριακών κτημάτων που θα άλλαζαν χέρια (582.550 κυπριακά στρέμματα αντί 570.967).

Τα υπέρ και τα κατά, σύμφωνα με την έκθεση:

«Θετικά:

(1) Οπως και στην Εναλλακτική λύση Γ, τα σύνορα βασίζονται στην υδροκριτική γραμμή και προσδιορίζουν μονάδες που μπορούν να διοικηθούν εύκολα.

(2) Η ποσότητα της ιδιόκτητης γης προσεγγίζει την ποσότητα της γης που κατέχεται τώρα από τους Τουρκοκυπρίους περισσότερο απ’ ό,τι η περιοχή που περιλαμβάνεται στην Εναλλακτική Λύση 2.

(3) Μία από τις δύο τουρκικές περιοχές εφάπτεται σε Βρετανική βάση όπου είναι διαθέσιμες δουλειές αμειβόμενες με ρευστό.

(4) Η Λάρνακα, επαρχιακή πρωτεύουσα, θα μπορούσε να παρέχει πρόσθετες [επαγγελματικές] ευκαιρίες για κάποιους Τουρκοκύπριους αστούς.

(5) Η Λάρνακα θα μπορούσε επίσης να παρέχει κάποιες λιμενικές διευκολύνσεις για τους Τουρκοκυπρίους.

(6) Ο αριθμός των ανθρώπων που θα μετακινούνταν είναι περίπου ο ίδιος με την Εναλλακτική Λύση Γ.

Αδυναμίες:

Η επανεγκατάσταση των Τουρκοκυπρίων σε δυο περιοχές ασύνδετες μεταξύ τους θ’ απαιτούσε συμφωνία για τα δικαιώματα συγκοινωνίας κι επικοινωνίας μεταξύ των δυο περιοχών» (σ. 17).

Η αδύνατη «ανταλλαγή»

Σκηνές από την «αυθόρμητη» μετακίνηση πληθυσμών (διάβαζε: εθνοκάθαρση) της Πρωτοχρονιάς του 1964. Επάνω, Τουρκοκύπριοι από το Καϊμακλί· κάτω, Ελληνοκύπριοι από την Ομορφίτα

Τα πρώτα σενάρια που οι γεωγράφοι της CIA κλήθηκαν ν’ αποτιμήσουν αφορούσαν, όπως είπαμε, το ενδεχόμενο «ανταλλαγής» μιας ολοκληρωτικά εξελληνισμένης Κύπρου (που θα ενωνόταν με την Ελλάδα) με κάποια βολική περιοχή της ελλαδικής επικράτειας (που θα παραχωρούνταν ως αντιστάθμισμα στην Τουρκία και θα στέγαζε τους «ανταλλασσόμενους» Τουρκοκυπρίους).

Ενα άλλο σενάριο, η μεταφορά των Τουρκοκυπρίων στην Τουρκία με καταβολή χρηματικής αποζημίωσης για την αποκατάστασή τους, κρίθηκε δυσεφάρμοστο για διάφορους λόγους: πρακτική αδυναμία απορρόφησης των εποίκων σε μια χώρα με ετήσια αύξηση πληθυσμού 3%, η άκρως περιορισμένη (τότε) εκβιομηχάνιση της οποίας αδυνατούσε να προσφέρει ευκαιρίες απασχόλησης στους πρώην αστικούς πληθυσμούς της Μεγαλονήσου (41.970 από τους 104.320 «ανταλλάξιμους»)· αντιδράσεις των ίδιων των Τουρκοκυπρίων, το βιοτικό επίπεδο των οποίων θα υποβαθμιζόταν δραματικά στην περίπτωση μιας τέτοιας μετακίνησης· ενδεχόμενες επιπτώσεις ενός παρόμοιου εποικισμού στην ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης, που κατά πάσα πιθανότητα θα πλήρωνε για ακόμη μια φορά τα σπασμένα (σ.3-4).

Ως πιθανά ανταλλάγματα για την Κύπρο θεωρούνταν δύο εκδοχές παραμεθόριων εδαφών του ελληνικού κράτους: η Θράκη και το Αιγαίο.

Και στις δύο περιπτώσεις, οι γεωγράφοι της CIA επισήμαναν (κάπως διακριτικά, είν’ αλήθεια) τον παραλογισμό παρόμοιων σχεδιασμών:

⚫ Στην πρώτη περίπτωση, 247.016 Ελληνορθόδοξοι Θρακιώτες θα ανταλλάσσονταν με 104.320 Τουρκοκυπρίους (σ. 5). Η μετακίνησή τους στην Κύπρο θα αύξανε υπερβολικά τον πληθυσμό του νησιού, με αποτέλεσμα έντονα προβλήματα στέγασης και απασχόλησης (σ. 6). Από την άλλη, «εγκατάσταση των Τουρκοκυπρίων στη Θράκη θα σήμαινε πιθανόν μείωση του βιοτικού επιπέδου τους» (σ. 6). Η γεωγραφική πάλι κατανομή της τουρκομουσουλμανικής μειονότητας στους τρεις νομούς της Θράκης (κυρίως Ροδόπη-Ξάνθη) δεν διευκόλυνε τον περιορισμό της ανταλλαγής μόνο στον νομό Εβρου (σ. 6).

⚫ Ακόμη χειρότερα ήταν τα πράγματα στη δεύτερη περίπτωση, των νησιών του Αιγαίου. Ο συνολικός πληθυσμός των τελευταίων ανερχόταν το 1961 σε 477.476, στη συντριπτική πλειονότητά τους «ελληνορθόδοξοι»· οι «Τούρκοι (μουσουλμάνοι)» των Δωδεκανήσων υπολογίζονταν σε 5.000 το πολύ, ενώ στη Ρόδο κατοικούσαν και 12.000 απροσδιόριστοι «άλλοι». Ως μειονεκτήματα μιας τέτοιας ανταλλαγής η έκθεση καταγράφει την προφανή αδυναμία εγκατάστασης όλου αυτού του κόσμου στην Κύπρο («κάποιοι Ελληνες πρέπει να πάνε αλλού»), σε ίση μοίρα με την αναμενόμενη «πτώση του επιπέδου ζωής των Τουρκοκυπρίων». Φως φανάρι πως η τύχη αυτών των τελευταίων ενδιέφερε περισσότερο τους παραλήπτες.

Κάποια μερικότερα σενάρια αφορούσαν τον περιορισμό της «ανταλλαγής» στη Μυτιλήνη, οι 154.795 κάτοικοι της οποίας (κατά την απογραφή του 1951) πλησίαζαν ως τάξη μεγέθους την τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Περισσότερο η έκθεση ασχολείται με τα Δωδεκάνησα, τα οποία είχαν ενσωματωθεί στην Ελλάδα σχετικά πρόσφατα (1947) και ο ελληνορθόδοξος πληθυσμός τους θεωρούνταν σχεδόν ταυτόσημος αριθμητικά με τον τουρκοκυπριακό: 105.687 «Ελληνες» έναντι 15.792 «Τούρκων». (Πρόκειται για λάθος: σύμφωνα με τα επίσημα αποτελέσματα της απογραφής του 1951, οι Ελληνορθόδοξοι της Δωδεκανήσου ανέρχονταν σε 116.149, ενώ οι μουσουλμάνοι σε 4.937 –οι 4.744 με μητρική γλώσσα την τουρκική).

Ακόμη κι εδώ, οι συντάκτες της έκθεσης φροντίζουν πάντως να επισημάνουν τους παράγοντες εκείνους που καθιστούν προβληματική μια ανταλλαγή, από την πλευρά -κυρίως- των Τουρκοκυπρίων:

«Ο ελληνικός πληθυσμός της Δωδεκανήσου είναι σχεδόν αποκλειστικά αγροτικός. Ο τουρκικός πληθυσμός της Κύπρου που θα μετακινούνταν στα Δωδεκάνησα περιλαμβάνει 63.350 χωρικούς και 41.970 αστούς. Η ανταλλαγή θα περιπλεκόταν από το μέγεθος των γεωκτησιών στη Δωδεκάνησο, που είναι ακόμη μικρότερες από εκείνες στην Κύπρο, κι από το οικονομικά πιο προχωρημένο καθεστώς της Κύπρου»(σ.9).

Διαβάστε

● Ο Ιός, «Χριστούγεννα 1963. Οταν η Λευκωσία έγινε Σαράγεβο» (περ. Εψιλον, 26/12/1999). Οι σχεδιασμοί Ελλήνων και Τούρκων εθνικιστών που οδήγησαν στην κατάρρευση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1963.

● Σωτήρης Ριζάς, Ενωση - Διχοτόμηση - Ανεξαρτησία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία στην αναζήτηση λύσης για το Κυπριακό, 1963-1967 (Αθήνα 2000, εκδ. Βιβλιόραμα). Αναλυτική επισκόπηση των άκαρπων σχεδίων επίλυσης του Κυπριακού μετά το ξέσπασμα των διακοινοτικών συγκρούσεων του 1963-1964. Επανειλημμένες αναφορές στις προτάσεις παραχώρησης ελληνικών εδαφών (στο Αιγαίο ή στη Θράκη) στην Τουρκία, ως αντάλλαγμα για την ένωση της Κύπρου και την απομάκρυνση από εκεί των Τουρκοκυπρίων.

● Μακάριος Δρουσιώτης, Η πρώτη διχοτόμηση. Κύπρος 1963-1964 (Λευκωσία 2005, εκδ. Αλφάδι). Ανάλογη επισκόπηση της κρίσιμης διετίας, με αξιοποίηση και άλλων ντοκουμέντων που αποχαρακτηρίστηκαν στο μεσοδιάστημα. Ειδικό κεφάλαιο για την επεξεργασία των σχεδίων Ατσεσον και την απόρριψή τους απ’ όλες τις πλευρές.

Created By
Εφημερίδα των Συντακτών
Appreciate

Credits:

Associated Press

Report Abuse

If you feel that this video content violates the Adobe Terms of Use, you may report this content by filling out this quick form.

To report a Copyright Violation, please follow Section 17 in the Terms of Use.